Κάπου υπάρχει ένα νησί...

Κάπου υπάρχει ένα νησί...
Κάπου υπάρχει ένα νησί....

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

"Προτιμώ μια στάλα αίμα από ένα ποτήρι μελάνι" Γ. Σεφέρης

Σαν σήμερα στις 20 Σεπτεμβρίου 1971, πεθαίνει ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης. Ο ποιητής που μέσα στους στίχους του κρύβονται 2500 χρόνια ιστορίας και μνήμης της Ελλάδας. Η κηδεία του έγινε αφορμή για μια βουβή διαδήλωση από πλήθος κόσμου, διαδήλωση εναντίον της Χούντας η οποία του αφαίρεσε τον τίτλο του πρέσβη επί τιμή καθώς και το διπλωματικό διαβατήριο που κατείχε. Είχε προηγηθεί το διάγγελμα- καταδίκη της τυραννίας του ποιητή στο BBC (με το οποίο συνεργαζόταν), στις 28 μαρτίου 1969 και ακολούθησε το τελευταίο ποίημα που έγραψε «Επί ασπαλάθων», το οποίο δημοσιεύθηκε στο Βήμα της εποχής, 3 μέρες μετά το θάνατό του (23-8-1971).


Ο Σεφέρης μέσα από τα έργα του, μέσα από σύμβολα και υπαινιγμούς προσπαθεί να φωτίσει την συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας. Παραδόσεις αρχαίες, νεότερες, μνήμες που έχουν περάσει στο συλλογικό ασυνείδητο ενός ολόκληρου λαού, γλώσσα ζωντανή, λαϊκή, που αυτός ένας αστός, ένας κοσμοπολίτης δεν αρνήθηκε, δε σνόμπαρε, την ανέβασε ψηλά, την έφτασε μέχρι εκεί που τις άξιζε: στη Στοκχόλμη, για την απονομή ενός Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963. Στις μέρες του, μας γνώρισε το σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό, μέσα από τις μεταφράσεις και τις επιρροές που δέχτηκε και ταυτόχρονα έφερε την ελληνική γραφή σε τόπους ξένους κάνοντάς την αναγνωρίσιμη και περιζήτητη.


Είναι αυτός που έσκυψε πάνω στο Μακρυγιάννη και το Θεόφιλο προσπαθώντας να μας τους γνωρίσει, να μας κάνει να τους αγαπήσουμε. Γιατί ο λαϊκός πολιτισμός, οι παραδόσεις μας, είναι κομμάτι της ψυχής μας, της σάρκας μας.


Και τι περίεργο, αυτός ένας άνθρωπος που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο εξωτερικό (εξαιτίας της δουλειάς του πατέρα του και της δικής του ως διπλωμάτης), αγωνιούσε για το παρόν και το μέλλον της χώρας του περισσότερο ίσως από τους μόνιμους κατοίκους της.


Στις ζοφερές μέρες που διανύουμε, που απαξιώνεται και καταδιώκεται κάθε τι εθνικό ως εθνικιστικό, καθετί λαϊκό ως λαϊκίστικο, ή ακόμα χειρότερα με το νεολογισμό; «εθνολαϊκίστικο», ας θυμηθούμε τα λόγια του ποιητή από μια ομιλία του στις 16 Απριλίου του 1964, στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης: «...είμαστε ένας λαός με παλικαρίσια ψυχή, που κράτησε τα βαθιά κοιτάσματα της μνήμης του σε καιρούς ακμής και σε αιώνες διωγμών και άδειων λόγων. Τώρα που ο τριγυρινός μας κόσμος μοιάζει να θέλει να μας κάνει τρόφιμους ενός οικουμενικού πανδοχείου, θα την απαρνηθούμε άραγε αυτή τη μνήμη; Θα το παραδεχτούμε τάχα να γίνουμε απόκληροι;»


Καταφεύγω συχνά στην ποίησή του όταν θέλω να ερμηνεύσω τα τωρινά και τα μελλούμενα, ειδικά όταν οι μέρες μοιάζουν αδιέξοδες και γκρίζες.


«Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί
ετούτη η χάρη.
Γιατί καί τό τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές
πού σιγά-σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ πού φαγώθηκε
από τά μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η
ψυχή μας αύριο κάνει πανιά
»

***************************************************************

«Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά

που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.

Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,

μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι' αυτές, που ηχούν και που τις προσκυνούμε.

……………………………………

Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε

τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.

Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα

γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για τη ψυχή μας.

Πώς γεννήθηκαν πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;»

******************************************************************

«Εμείς που ξεκινήσαμε για το προσκύνημα τούτο
κοιτάξαμε τα σπασμένα αγάλματα
ξεχαστήκαμε και είπαμε πως δε χάνεται η ζωή τόσο εύκολα
πως έχει ο θάνατος δρόμους ανεξερεύνητούς
και μια δική του δικαιοσύνη

πως όταν εμείς ορθοί στα πόδια μας πεθαίνουμε
μέσα στην πέτρα αδερφωμένοι
ενωμένοι με τη σκληρότητα και την αδυναμία,
οι παλαιοί νεκροί ξεφύγαν απ' τον κύκλο και αναστήθηκαν
και χαμογελάνε μέσα σε μία παράξενη ησυχία».

*****************************************************************

«-Τ’ αγάλματα είναι στο μουσείο.

-Όχι σε κυνηγούν, πώς δεν το βλέπεις;

Θέλω να πω με τα σπασμένα μέλη τους,

με την αλλοτινή μορφή τους που δε γνώρισες

κι όμως την ξέρεις.

…………………….

-Τ’ αγάλματα είναι στο μουσείο.

Καληνύχτα.

-…γιατί τ’ αγάλματα δεν είναι πια συντρίμια, είμαστε εμείς.»

******************************************************************

«Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει
κι αν "ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς"
είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι
εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουν
την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.
Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά
σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης
καμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που βασιλεύει
ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ' άσπρα και στα χρυσά.

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει·
παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες ...
Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝΙΑ 937»

******************************************************************
« Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μας τον κράτησες ολόκληρο

δε θέλησες να μ’ ακολουθήσεις

κι έμαθα τότε αυτά τα πράγματα πίσω από το χρυσάφι

και το μετάξι·
δεν έχουμε καιρό. Σωστά μιλήσαν οι μαντατοφόροι».

****************************************************************

«Στα σκοτεινά πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε….»

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

****************************************************************

«Όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ’ αγαπήσει,

στο φως».

***********************************************************

«Τώρα καλύτερα να λησμονάμε σε τούτα τα χαλίκια

δε φελά να μιλάμε

τη γνώμη των δυνατών ποιος θα μπορέσει να τη γυρίσει;

ποιος θα μπορέσει ν’ ακουστεί;

Καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά των άλλων.

-Ναι, όμως ο μαντατοφόρος τρέχει

κι όσο μακρύς κι αν είναι ο δρόμος του, θα φέρει

σ’ αυτούς που γύρευαν ν’ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο

το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας.»

******************************************************************

Και για το τέλος:

«Ο κύριος αυτός κάθε πρωί κάνει το λουτρό του

μέσα στα νερά της νεκρής θάλασσας

έπειτα φορεί ένα πικρό χαμόγελο

για τη δουλειά και για τους πελάτες»




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου